Είναι πάντα δύσκολο να προσεγγίσεις τραγούδια-ορόσημα περασμένων δεκαετιών, εκτός αν τα αγγίξεις με το δικό σου ύφος και ταυτότητα.

Αυτό επιχειρεί η Γεωργία Νταγάκη με το κλασικό “Our Darkness” της Anne Clark από το -τόσο μακρινό πια- 1984. Δηλωτικό μιας ολόκληρης εποχής και ορόσημο για την ηλεκτρονική μουσική. Mόνο που στη δική της απόδοση, η κρητική λύρα, σήμα κατατεθέν της, είναι αυτή που συνοδεύει το επιθετικό beat του τραγουδιού.

Όπως λέει η ίδια “η απόφαση να το αποδώσω στα ελληνικά, έφερε για εμένα την επιπλέον ευθύνη να δικαιώσω την επιλογή μιας διασκευής, γνωρίζοντας πως έχω στα χέρια μου ένα τραγούδι που είναι για πολλούς ο ύμνος της γενιάς τους”.

Ο συγγραφέας Γιάννης Πλιάγκος έκανε την ελληνική απόδοση των στίχων, μένοντας όσο πιο κοντά γινόταν στο πρωτότυπο, μα θέλοντας περισσότερο να μεταφέρει το κλίμα εκείνης της εποχής αλλά και αυτή την απαράμιλλη αίσθηση του να είσαι νέος και ν’ αγαπάς με δύναμη –το 1984, σήμερα και… πάντα!

Παράλληλα εκφράζει όλα όσα νιώθουμε σε αυτή την περίεργη εποχή που διανύουμε, μένοντας αναγκαστικά μακριά ο ένας από τον άλλον, με τις ζωές μας σε μια ιδιότυπη παύση. Οι στίχοι του τραγουδιού «το πάθος για το κορμί, το πάθος για τη ζωή, το πάθος για λίγο ακόμα, για παραπάνω, για πιο πολύ…», μοιάζουν ξαφνικά να διεκδικούν εμφατικά όλα όσα σήμερα δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε, μα κυρίως την ανάγκη όχι απλώς να ζούμε, αλλά να ζούμε μαζί, να μοιραζόμαστε ακόμη και το σκοτάδι μας, μέχρι επιτέλους να βγούμε στο φως.

Αυτό το πάθος είναι που χαρακτηρίζει και την προσεχή διεθνή κυκλοφορία της Γεωργίας Νταγάκη, το album “Pathos”, που θα περιλαμβάνει και “Το δικό μας σκοτάδι” και θα κυκλοφορήσει σύντομα.

Θέλεις το Suite Greek Music podcast στο mail σου; Κάνε δωρεάν εγγραφή εδώ:

Άκου το Suite Greek Music Podcast σε όλες τις μεγάλες πλατφόρμες podcasting όπως:

Στίχοι – Lyrics

Είπες θα έμενες πλάι μου μέχρι να ξεφτίσει το άσχημο όνειρο
Είπες με σιγουριά πως θα φτάσουμε σώοι στην άλλη μεριά
Είπες πως τίποτα δεν θα μπορούσε να μας χωρίσει
Πως θα πετούσαμε πάνω από την πόλη σαν σύννεφα
Μα κάπου χαθήκαμε, στο τέλος η πόλη μας νίκησε
Με κομμένα φτερά σέρνομαι στα ίδια στενά
Έσβησες, χάθηκες, δεν είσαι πουθενά

Δεν ανοίγω πια το παράθυρό μου,
οι αναμνήσεις μας το λερώνουν
Οι αναμνήσεις μας που φουντώνουν
και καταπίνουν τον ήλιο
Τουλάχιστον εκδικηθήκαμε την πόλη,
της σβήσαμε τον ορίζοντα
την καταδικάσαμε σ’ ένα ατέλειωτο βράδυ
που γεννήθηκε
απ’ το δικό μας σκοτάδι

‘Ισως πίσω από το μαύρο να καίει κάπου ακόμα
η επιθυμία των γυμνών μας κορμιών
η ανάγκη αυτή που μας χώρισε
το πάθος για το κορμί, το πάθος για τη ζωή,
το πάθος για λίγο ακόμη για παραπάνω για πιο πολύ.
Φοβόμασταν από την αρχή πως σαν τον εφιάλτη της πόλης
και ‘μείς θα ξεφτίζαμε.

Κι εκεί στην υπόγεια διάβαση που φιληθήκαμε
Επαναστατήσαμε μπροστά από τοίχους βαμμένους με σπρέϊ
Επαναστατήσαμε κόντρα σε κούφια συνθήματα
Μα όταν βγήκαμε στην επιφάνεια έβρεχε
Και το νερό έπνιξε τις ελπίδες μας
Τώρα δεν είσαι πουθενά
βρέχει ακόμα πιο δυνατά
Τώρα φοβάμαι όταν πέφτει το βράδυ
Απέμεινε μόνο να με τυλίγει
Το δικό μας σκοτάδι